Περί Γαστροεθνικισμού

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια  παρατηρείται ένα έντονο ενδιαφέρον για τις σχέσεις διατροφής, γαστρονομικού πολιτισμού, αυθεντικότητας, καθαρότητας και εθνικισμού. Η παγκοσμιοποίηση και η αύξηση της μετανάστευσης προς την Ευρώπη έχουν παίξει ρόλο στην εκδήλωση του, κάτι που είχε εκφραστεί και παλιότερα αλλά για διαφορετικούς λόγους και υπό διαφορετικές συνθήκες. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Εξαιτίας όμως αυτού του ενδιαφέροντος συναντάμε όλο και πιο συχνά τον όρο «γαστροεθνικισμός» σε διάφορα κείμενα και μάλιστα αρκετές  φορές με τρόπους που ουδεμία σχέση έχουν με τη σημασία του.

Στην πραγματικότητα, ο γαστροεθνικισμός πρόκειται για ένα σχετικά καινούριο όρο ο οποίος δημιουργήθηκε από την αμερικανίδα κοινωνιολόγο Michaela DeSoucey και αναφέρεται σε μια σειρά υλικών και συμβολικών πρακτικών που βασίζονται στο φαγητό και σε διατροφικά  προϊόντα για να εκφράσουν ιδέες που αφορούν τη γαστρονομική κληρονομιά, τη διαφοροποίηση και το ανήκειν και να προωθήσουν τον εθνικισμό των κοινωνιών σε μικροοικονομικό και μακροοικονομικό επίπεδο (DeSoucey 2010). Για τη DeSoucey το εθνικό κράτος έχει κεντρικό ρόλο και συνδέει στενά τις εκφράσεις του γαστροεθνικισμού με την αγορά.   Διότι ο γαστροεθνικισμός όχι μόνο μπορεί να οριοθετήσει τα εθνικά σύνορα και να καθορίσει και να οριοθετήσει το ανήκειν αλλά έχει τη δυναμική να λειτουργεί ως ένα οικονομικό εργαλείο στη διεθνή πολιτική σκηνή και στις καθημερινές διατροφικές πρακτικές εξομαλύνοντας μύθους εθνικής συνοχής (Barthes 2002, 730-731). Εμπεριέχει δε μια έννοια αποκλειστικότητας  επειδή απαγορεύει σε άλλους να προβούν σε παρόμοιες διεκδικήσεις, είτε υλικά είτε συμβολικά.

Mάλιστα η DeSoucey χρησιμοποιεί το foie gras για να δείξει πως συνενώνονται τα οικονομικά συμφέροντα, το κράτος, τα θεσμικά όργανα και οι τοπικές διατροφικές πρακτικές για να δημιουργήσουν πανίσχυρες εκφράσεις του γαλλικού εθνικισμού εντός των πλαισίων του πανευρωπαϊσμού και της παγκοσμιοποίησης.

Όσον αφορά την Ελλάδα, η φέτα εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία αλλά εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο γαστροεθνικισμός μπορεί να είναι μονοπολιτισμικός ή πολυπολιτισμικός.

Ο μονοπολιτισμικός γαστροεθνικισμός είναι προσηλωμένος σε ένα παρελθόν που κυριαρχείται από μια μόνο κουλτούρα και δεν διστάζει να  δημιουργήσει γέφυρες που ενώνουν το παρόν με αυτό το παρελθόν, ακόμα κι αν είναι πολύ μακρινό, αποκλείοντας μη βολικές περιόδους.  Υπογραμμίζοντας τις αξίες του εθνικού παρελθόντος επιθυμεί την αποκατάσταση του φυσικού δεσμού μεταξύ της εθνικής επικράτειας και της εθνικής μονοφυλετικής καταγωγής και την προστασία των πολιτών της χώρας από τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης ή της επιρροής των μετακινούμενων πληθυσμών.

Ο πολυπολιτισμικός γαστροεθνικισμός λαμβάνει υπόψη περισσότερες κουλτούρες αλλά δίνει μεγαλύτερη αξία σε μια επικρατούσα, η οποία συχνά αυτοπροσδιορίζεται ως  φιλοπερίεργη, καινοτόμα και ανοιχτή σε άλλους πολιτισμούς.

Και οι δύο κατηγορίες μπορούν να συνδράμουν στην αναπαραγωγή των αστικών και αγροτικών διαχωρισμών, καθιστώντας την εθνική ταυτότητα μόνιμο προσάρτημα της αστικής ελίτ ή να δημιουργήσουν ιστορία  επικαλούμενες αγροτικές παραδόσεις (DeSoucey, 445)

Στην Ελλάδα όπου το τοπικό υπερέχει του εθνικού θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για γαστροτοπικισμό. Παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι η κρητική κουζίνα. Χωρίς ρητές πολιτικές συνδέσεις αλλά με οικονομικά ενδιαφέροντα αφού επιθυμεί να είναι και αντικείμενο παγκόσμιου καταναλωτισμού, διακρίνεται για την επιθυμία της καθαρότητας μέσω της επιστροφής στις παραδοσιακές πρακτικές και τα τοπικά υλικά. Εκφράζει τη λαχτάρα για ένα μονοπολιτιστικό και μονοφυλετικό παρελθόν και φυσικά επιθυμεί να προστατεύσει τους πολίτες από τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης.

Σύμφωνα με την DeSoucey, ο γαστροεθνικισμός αντικατοπτρίζει και διαθλά τις κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ταυτότητες  συνδεδεμένες με την αγορά εμπλέκονται με τα εθνικά σύνορα, τη δημόσια αναγνώριση, την διαφοροποίηση και την αξία της κοινότητας.  Εντούτοις, δεν έχουμε δει ακόμα το σύνολο και το εύρος των συνεπειών του, τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, στους καταναλωτές, στις ομάδες που έχουν συμφέροντα, στις βιομηχανίες και στoν τομέα της πολιτικής τροφίμων. Οι κοινωνιολόγοι του όχι πολύ μακρινού μέλλοντος θα έχουν πολλά να δουν και να πουν.

********

Ahmed, S. (2000). Strange Encounters: Embodied Others in Post-Coloniality. New York: Routledge.

Barthes R., (1957/2002). Mythologies (Oeuvres Complètes, I). Paris: Editions du Seuils. Οι

Appadurai, A. (1988). How to make a national cuisine: cookbooks in contemporary India.Comparative studies in society and history ,30 (1), 3-24.

DeSoucey, Michaela, ‘Gastronationalism: Food Traditions and Authenticity Politics in the European Union’, American Sociological Review, 75:3 (2010)

Ichijo, Atsuko, and Ronald Ranta, eds., Food, National Identity and Nationalism: from Everyday to Global Politics, Palgrave (Basingstoke, 2016).

Palmer, Catherine, ‘From Theory to Practice: Experiencing the Nation in Everyday Life’,Journal of Material Culture 3:2 (1998)

West, Harry, ‘Appellations and Indications of Origin. Terroir, and the Social Construction and Contestation of Place-Named Foods’, The Handbook of Food Research, eds. Anne Murcott, Warren Belasco and Peter Johnson (London, 2013).