ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ, 1945

«Αργότερα ξενιτεύτηκα. Εδώ τώρα αρχίζει η “Υποτροφιάς”, υπότιτλος “Η Παρισίων

άλωσις”, μέγα ηρωικό έπος που άρχισες να μου άδεις. Μούσα, θεά, Δεκέμβρη του ’45.

“Ξενιτεύομαι” άλλοτε λεγόταν και “μισεύω”, δηλαδή γίνομαι μισός, μισός εδώ, μισός

εκεί, αλλού» (Κρανάκη, Αυτοβιογραφία).


Tον Δεκέμβρη του 1945, 4 μήνες μετά το τέλος του Β’  Παγκοσμίου πολέμου, ένα νεοζηλανδέζικο oπλιταγωγό που ονομαζόταν  Mataroa («Γυναίκα με μεγάλα μάτια» στη γλώσσα των Μαορί) απέπλευσε από τον Πειραιά για τον Τάραντα*, μεταφέροντας πάνω από 150 νερούς Έλληνες.  Από εκεί, με » εξαθλιωμένα τρένα μέσα από την ερειπωμένη Ιταλία»  (Castoriadis 1990), οι Έλληνες μεταφέρθηκαν στο Παρίσι για να σπουδάσουν με υποτροφίες του γαλλικού κράτους.

Τόσο το ταξίδι όσο και οι υποτροφίες ήταν πρωτοβουλία του  Oκτάβιου Μερλιέ, φιλέλληνα ελληνιστή και διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου (ενός οργανισμού που υποστηριζόταν από το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών). Για την πραγματοποίησή του συνεργάστηκε με τον Γραμματέα του Ινστιτούτου, τον βαθειά δημοκράτη Ροζέ Μιλιέξ και την ελληνίδα σύζυγο του τελευταίου, την Τατιάνα Γκρίτση Μιλιέξ.

Ο αντικειμενικός σκοπός του Μερλιέ ήταν να κάνει μετόχους της γαλλικής παιδείας όσο δυνατόν περισσότερους ταλαντούχους Έλληνες ώστε  αυτοί με τη σειρά τους να γίνουν οι μελλοντικοί εκπρόσωποι του γαλλικού πολιτισμού στην Ελλάδα, διασφαλίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την επιρροή της γαλλικής γλώσσας έναντι της αγγλικής που κέρδιζε ισχύ στη μεταπολεμική Ευρώπη » ( Gregory Paschalidis: Exporting National Culture: Histories of Cultural Institutes Abroad) Παράλληλα, διαβλέποντας τους κινδύνους από τον επερχόμενο αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (είχαν ήδη μεσολαβήσει τα Δεκεμβριανά) έδινε την ευκαιρία  σε όσους περισσότερους μπορούσε από τους πιο ριζοσπάστες νεαρούς διανοούμενους, επιστήμονες, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες να σπουδάσουν στη Γαλλία…. και να σωθούν. Γιατί πραγματικά τους έσωσε αφού οι περισσότεροι από τους  ανθρώπους που ανέβηκαν στο Ματαρόα το βράδυ της 22ας Δεκεμβρίου προέρχονταν από τον αριστερό και αντιστασιακό χώρο, άρα κινδύνευαν από τους παραστρατιωτικούς, ενώ αρκετοί ήταν Τροτσκιστές και κινδύνευαν από το ΚΚΕ. Ανάμεσά τους υπήρχαν και ελάχιστοι δεξιοί, για να «νομιμοποιηθούν» οι υποτροφίες.

Το ταξίδι από τον Πειραιά στο Παρίσι διήρκησε 8 μέρες. Οι νεαροί Έλληνες ήταν φτωχοί, πολλοί από αυτούς ήταν απογοητευμένοι τόσο από την αστική τους καταγωγή όσο και από το κομμουνιστικό κόμμα, αλλά ήταν ενθουσιώδεις, ήθελαν ν’ αφήσουν πίσω τους τη νοσηρή ελληνική πραγματικότητα, και πάνω απ’ όλα ήταν έτοιμοι ν’ ανοίξουν τα φτερά τους σε ένα κόσμο γεμάτος ευκαιρίες. Είχαν «το αντίο στο στόμα.» (Ανδρικοπούλου)

«Προς το παρόν, κόβουμε βόλτες στο κατάστρωμα, τρέχουμε πάνω-κάτω, πολλούς τους έχει πιάσει κιόλας η θάλασσα και ξεβουλώνουν τις μποτίλιες με το κονιάκ που χώσαν στις αποσκευές τα χέρια των δικών τους για τον ‘βαρύ χειμώνα της Γαλλίας’ (Κρανάκη, 15). Δεν είχαν χρήματα, σε ποιά χώρα άλλωστε θα είχε αξία η δραχμή, αλλά ευτυχώς είχαν μαζί τους κούτες με τσιγάρα… το πιο σίγουρο μέσο συναλλαγής στη μεταπολεμική Ευρώπη. Όσο για το φαγητό, το πρωινό στο πλοίο με το βούτυρο, τις μαρμελάδες, το κουάκερ και τα λουκάνικα έμοιαζε με τον παράδεισο σε σχέση με την κατοχική πείνα.

Από τον βομβαρδισμένο σιδηροδρομικό του Τάραντα πήραν ένα από αυτά τα «εξαθλιωμένα τρένα» για τη Ρώμη. «Είναι Δεκέμβρης μήνας και τα βαγόνια τζάμια δεν έχουνε. Όταν νυχτώνει- πρώτη, δεύτερη, τρίτη νύχτα, θε μου τι στενόμακρη είν’ αυτή η Ιταλία, απελπισία, πολεμάμε να φτιάσουμε στρωσίδια με τις αποσκευές μας. Ελάχιστοι φύγαν μ’ αληθινές βαλίτσες, που θα διαλυθούνε, άλλωστε, πριν φτάσουν στο Παρίσι. Οι πιο πολλοί ταξιδεύουν με σακίδια, καλάθια, μπόγους, ό,τι μπόρεσε να σοφιστεί η φτώχεια και η αγάπη κείνων που μείναν στην αποβάθρα του Πειραιά κουνώντας τα μαντήλια τους.» (Κρανάκη, Ματαρόα)

Ωστόσο μέσα σ’ αυτό το ταξίδι υπήρξαν  τριάντα λεπτά μαγείας.

Παραμονή Χριστουγέννων ή προπαραμονή, το τρένο σταμάτησε σ’ ένα ιταλικό χωρίο κρυμμένο στο χιόνι. Οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού έμαθαν ότι θα περνούσε το τρένο «με τους Έλληνες», για το οποίο άλλωστε μιλούσαν όλοι, και μαζεύτηκαν στο σταθμό. Ήξεραν ότι το τρένο θα σταματούσε για μισή ώρα, για να πάνε οι επιβάτες του στην τουαλέτα και να πιουν νερό…  γιατί το νερό ήταν τεράστιο πρόβλημα, αφού οι συνθήκες του ταξιδιού ήταν εντελώς πρωτόγονες. Μαζεύτηκαν λοιπόν στο σταθμό, με πρώτο πρώτο τον ιερέα τους και  υποδέχτηκαν τους ταλαιπωρημένους ταξιδιώτες με ευχές για καλά Χριστούγεννα,  μπισκότα και λιχουδιές. Τόσο συγκινητικές στιγμές… σκοτάδι, χιόνι, και ξαφνικά να βρίσκεσαι ανάμεσα σε Έλληνες, και μερικοί από αυτούς να έχουν μαζί τους σημαίες… και ένας παπάς… και μικρά δώρα. Αξέχαστες στιγμές, γράφει η Νέλλη Ανδρικοπούλου στο βιβλίο της «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945».

Για τριάντα λεπτά, οι νεαροί Έλληνες είχαν γίνει κομμάτι του ταξιδιού της Μεγάλης Ελλάδας μέσα στον χρόνο.

Μετά το ταξίδι συνεχίστηκε… Ρώμη, ιταλικά σύνορα,  Ελβετία… και κάποια στιγμή επιτέλους, μια εβδομάδα αφ΄ότου έφυγαν, Παρίσι.

Πολλοί από τους υπότροφους του Μερλιέ αργότερα ξεχώρισαν στην πνευματική, επιστημονική και καλλιτεχνική ζωή της Γαλλίας. Ορισμένοι απέκτησαν διεθνή ακτινοβολία όπως οι φιλόσοφοι Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Αξελός, Κώστας Παπαϊωάννου, Μιμίκα Κρανάκη, ο ιστορικός Νικόλαος Σβορώνος, ο γιατρός Ανδρέας Γληνός, οι αρχιτέκτονες Αριστομένης Προβελέγγιος, Αθανάσιος Γάττος, Τάκης Ζενέτος, ο συνθέτης και αρχιτέκτονας Ιάννης Ξενάκης, η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου, η γλύπτρια και ξεναγός Νέλλη Ανδρικοπούλου κ.α.

Είναι προφανές ότι η επιχείρηση του Οκτάβιου Μερλιέ σηματοδότησε την έναρξη της «εξαγωγής μυαλών» στο εξωτερικό.


ΠΙΤTΟΥΛΕΣ (PETTULI)**

Tα pettuli είναι τηγανιτά κομμάτια ζύμης και ανήκουν στα παραδοσιακά  χριστουγεννιάτικα εδέσματα της Απουλίας.

Pettuli σημαίνει «μικρές πίττες- πιττούλες» και η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική πίττα.

7 φλ. αλεύρι

χλιαρό νερό

1 κ.τσ. αλάτι

25 γρ. μαγιά

1 κ.σ. ζάχαρη

ελαιόλαδο για τηγάνισμα

Ανακατεύετε το αλεύρι, το αλάτι, τη ζάχαρη και τη μαγιά την οποία έχετε διαλύσει σε ένα ποτήρι χλιαρό νερό. Προσθέτετε και άλλο νερό, τόσο ώστε να είναι η ζύμη σας μαλακιά, λίγο υγρή και κολλώδης. Την αφήνετε σε ένα ζεστό μέρος να φουσκώσει.

Βάζετε το ελαιόλαδο στη φωτιά και μόλις ζεσταθεί παίρνετε λίγη ζύμη είτε με ένα κουτάλι ή με το χέρι. Στη δεύτερη περίπτωση βουτάτε τα χέρια σας σε κρύο νερό για να μην κολήσει πάνω τους η ζύμη. Ρίχνετε τη ζύμη στο καυτό λάδι. Σχεδόν αμέσως τα  pettuli θα φουσκώσουν και θ’ ανεβούν στην επιφάνεια του λαδιού.  Μετά από 30 δευτερόλεπτα τα γυρίζετε από την άλλη και τα τηγανίζετε μέχρι να χρυσίσουν.

Τα βγάζετε από το λάδι και τ’ αφήνετε να στεγνώσουν σε απορροφητικό χαρτί.

Τα σερβίρετε αφού τα πασπαλίσετε με ζάχαρη ή τα περιχύσετε με μέλι ή πετιμέζι. Ή μπορείτε να τα φάτε αντί για ψωμί, κάτι που συνηθίζεται στην περιοχή της Απουλίας. Υπάρχουν και αλμυρές παραλλαγές, με ντομάτα, λαχανικά, ψάρι, πατάτα, γλυκοπατάτα ή γλυκοκολοκύθα.

Video: Μια γυναίκα από τη Ν. Ιταλία φτιάχνει Pettole.

*Ο αρχαίος ελληνικός Τάρας ιδρύθηκε από  Σπαρτιάτες αποίκους το 706 π.Χ. Τρεις αιώνες αργότερα ήταν η πιο σημαντική πόλη της Μεγάλης Ελλάδας. Σήμερα υπάρχουν εννιά πόλεις στην Απουλία που κάτοικοί τους μιλούν την «ώρια γκλώσσα», την ωραία γλώσσα, τα τραγουδιστά ελληνικά που τους παραδόθηκαν από τις προηγούμενες γενιές. Η περιοχή είναι γνωστή ως  Grecia Salentina.

**Μπρίντιζι, Τάρας:pettuli; Λέτσεσε: pittule; Ποτεντίνο: pettole

Μιμίκα Κρανάκη: Αυτοβιογραφία (εκδ. Ίκαρος), «Ματαρόα¨Σε δυο φωνές (εκδ.Εστία).

Νέλλη Ανδρικοπούλου: Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945 (εκδ. Εστία)